AfisaERT_A3 (1)

Μαγιακόφσκι

Η παράσταση

Η παράσταση αφηγείται τη συναρπαστική ζωή του μεγάλου Ρώσου ποιητή Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, από την νεαρή ηλικία μέχρι τη δραματική στιγμή της αυτοκτονίας του.

Μέσα από το πλούσιο καλλιτεχνικό του έργο: Ποίηση – κείμενα για την τέχνη – επιστολές – άρθρα – ομιλίες – σελίδες ημερολογίου – ζωντανεύει ο ποιητής και η εποχή του.

Η καλλιτεχνική πρωτοπορία, οι μεγάλες στιγμές της ποίησής του, έρωτες και απογοητεύσεις, οι στιγμές της Οκτωβριανής επανάστασης, οι συγκρούσεις,  ο παράφορος χαρακτήρας του, η απομόνωση του, το τραγικό φινάλε.

Όλα τα παραπάνω, σε ένα θεατροποιημένο οδοιπορικό, που δίνει το στίγμα μιας επαναστατικής – καλλιτεχνικής στάσης ζωής, σε μια κορυφαία ιστορική στιγμή της ανθρωπότητας.

Λίγα λόγια από το σκηνοθέτη:

Ο Μαγιακόφσκι είναι ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του 20ου αιώνα. Έχει γράψει συγκλονιστικούς στίχους, που χαράζονται στο μυαλό ανεξίτηλα. Οι σκέψεις του, οι απόψεις του, τα κείμενά του, είναι επίκαιρα μέχρι και σήμερα.

Η παράστασή μας δίνει, εκτός των άλλων, την ευκαιρία στο κοινό να έρθει σε επαφή με το σπουδαίο έργο του ποιητή, με έναν τρόπο ζωντανό, θεατρικό, κατανοητό για όλους.

Η ζωή του Μαγιακόφσκι,  ενός παράφορου επαναστάτη, παθιασμένου με τη ζωή και τον έρωτα, είναι μια πρόκληση και μια ευκαιρία για μια απολαυστική και πλούσια σε πληροφορίες, θεατρική παράσταση.

Παρουσιάζοντας τη ζωή του, τη σκέψη του και την εκπληκτική του ποίηση, ερχόμαστε σε επαφή με μιαν άλλη εποχή, σταθμό στην παγκόσμια ιστορία της ανθρωπότητας. Μια εποχή με οράματα και ιδανικά, όπου οι άνθρωποι αφιέρωναν όλη τη ζωτική ορμή τους στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον.  Ελπίζουμε οι στίχοι του Μαγιακόφσκι να μας συγκινήσουν, να μας ζεστάνουν, να μας εμπνεύσουν  και να ρίξουν φως στην ασπρόμαυρη εποχή μας.

Κώστας Νταλιάνης

Κριτική της παράστασης στο «Ριζοσπάστη»

Αφιέρωμα για την παράσταση στην «Κατιούσα»

Eπιστολή θεατή της παράστασής μας

» Επισκεπτόμενοι χθες το βράδυ, μια τριάδα, το θέατρο »Βαφείο», που δεν γνώριζα, ανακαλύψαμε μια σπουδαία ηθοποιό, που επίσης δεν γνώριζα. Ονομάζεται Εβίτα Παπασπύρου και στην παράσταση που παρακολουθήσαμε, υποδύεται, σε ένα έξοχο σόλο, τον επαναστάτη ποιητή Βλ. Μαγιακόφσκι. Σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες του επίσης άγνωστου σε μένα Κώστα Νταλιάνη, ο οποίος καθόταν στην κάτω σειρά του μεταπλασμένου σε θέατρο αλλοτινού βαφείου-καθαριστηρίου (μια παλαιά ταμπέλα στο φουαγιέ του θεάτρου ανέγραφε Βαφείον-Καθαριστήριον 1886, κι ιδού το τεκμήριον) και παρακολουθούσε κι αυτός την παράσταση, η ηθοποιός από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής της, με μιαν έκφραση προσώπου ΄΄οργισμένου ανυπότακτου΄΄, ανέπτυξε φράση φράση την εκρηκτική προσωπικότητα του ποιητή, ξερνώντας με ρέουσα ορμή και καταγγελτική κατηγορηματικότητα στίχους που ακούγοντάς τους κανείς, νιώθει ότι αποτελούν μνημεία ποιητικού λόγου μιας κοσμοϊστορικής εποχής (Ρωσία, 1905-1930). Με κόμη αγορίσια που άστραφτε, ντυμένη στα μαύρα, μαύρο παντελόνι και γιλέκο και μαύρα μποτάκια, και δυο μάτια πρασινογάλαζα που νόμιζες ότι πετούσαν φωτιές, η ηθοποιός παρουσίασε τους βασικούς σταθμούς της 37 χρόνων ζωής του ποιητή, αναπτύσσοντας τη σκηνική της δράση γύρω από το γραφειάκι του δημιουργού και ένα στασίδι-κιβώτιο, και κατά στιγμές χρησιμοποιώντας ένα τηλέφωνο-αντίκα, κρεμασμένο σε μια κολόνα του χώρου. Ο λόγος της εμπύρετος και όλο το σόλο μια »άγρια μουσική με υφέσεις και εξάρσεις». Ο ποιητής ή η ηθοποιός που τον υποδύεται συνομιλεί με όλο το σύμπαν, αμφισβητεί τη θεϊκή εξουσία, κρίνει την εξέλιξη της επανάστασης, καταγγέλλει τον προϊόντα μικροαστισμό, παρουσιάζει μιαν εκδοχή του έρωτα »πρωτόγονης δύναμης», τα βάζει με το σινάφι των ποιητών της εποχής κ.λπ. Η Εβίτα Παπασπύρου σε έκανε να πιστεύσεις ότι αυτός ήταν ως χαρακτήρας ο αληθινός Μαγιακόφσκι. Καθώς συνελάμβανε στίχους οραματικούς, καθόταν εσπευσμένα στο γραφειάκι της και τους περνούσε με ταχύτητα στο χαρτί, κι έπειτα άρπαζε το πουράκι της και κοιτούσε τον κόσμο λες και τον επόπτευε, προτού διατυπώσει με ένταση την επόμενη αλήθεια. Κι όταν η σπουδαία αυτή ηθοποιός ανέβαινε σε κείνο το στασίδι-κιβώτιο, το βήμα του επαναστάτη ομιλητή, γινόταν ένας δυναμικός ρήτορας, που τίναζε τη γροθιά του δεξιού χεριού του και έδερνε κόκκαλα, τσακίζοντας κάθε πιθανή αντίρρηση του κοινού των ακροατών. Όταν κραύγαζε επαναληπτικά το «Εμείς…», »Εμείς…», νόμιζε κανείς ότι σειόταν όλος ο χώρος, και αντιβούσε η φωνή μιας γενιάς που θαρρείς ότι γεννήθηκε για να σημαδέψει τον Χρόνο και να μιλήσει με λόγο διαχρονικής ισχύος. Μια ηθοποιός μόνη πάνω στο σανίδι, αναμεταδίδει με απόσταση εννέα δεκαετιών, τον λόγο ενός ποιητή που απευθύνεται ως και σήμερα σε όλη την ανθρωπότητα. Σε στιγμές, άλλοτε, »προσωπικές», μιας ερωτικής πρόσκλησης ή μιας χαμηλόφωνης ερωτικής συνομιλίας, ο Μαγιακόφσκι, με τη μορφή της Εβίτα Παπασπύρου, έδειχνε καθαρά την άλλη πλευρά του εαυτού του, την πίστη του στο ιδεώδες μιας γνήσιας πίστης, τον κόσμο των συναισθημάτων του, είτε ο λόγος τόξευε κάποια Μαρία, είτε αναφερόταν στη Λ. Μπρικ, γυναίκα του εκδότη του, είτε στη Βερόνικα Βιτόλντοβνα Πολόνσκαγια, την ηθοποιό που διαβάζουμε πως ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που τον είδε ζωντανό, πριν την »αυτοκτονία» του, τον Απρίλιο του 1930 (ήταν άραγε αυτοκτονία; – το μυστήριο παραμένει μέχρι τις μέρες μας, όπως διαβάζουμε σε σχετικά άρθρα). Τι νιώθει λοιπόν ο θεατής βλέποντας αυτή την παράσταση; Είναι σίγουρο ότι εντείνει την προσοχή του ως τα άκρα για να εμβαθύνει στο νόημα των στίχων, ότι βαλσαμώνεται από το όλο ρεπερτόριο των κινήσεων και των φερσιμάτων της ηθοποιού, που καρφώνει με το βλέμμα της καθέναν θεατή, ότι μοιάζει να παρακολουθεί το ξέσπασμα ενός ποιητικού αγριμιού εντός ενός κλωβού της Ιστορίας, που αναρωτιέσαι τι θα το τσιμπήσει και θα το κεντρίσει στα επόμενα για να υψώσει και πάλι τον τόνο, να γαβγίσει υστερικά μέσα από έναν ζωώδη τηλεβόα σμπαραλιάζοντας ό,τι κανείς θα έλεγε »σύμβαση, καθεστηκυία τάξη, συντήρηση, παλαιός κόσμος» κ.λπ. Δίνοντας στους νέους τη θέση που τους αρμόζει στο παγκόσμιο στερέωμα. Σε κάποια στιγμή, η επαναστάτρια ηθοποιός (σε πείθει ότι αυτή είναι ο ποιητής) πετά προς το κοινό εν είδει φέιγ βολάν κάποιους στίχους του ποιητή. Τίτλος: »Ξελασπώστε το μέλλον!» Το κοινό άφωνο, σαν κατηγορούμενο σε μια δίκη που ακόμη δεν έχει τελειώσει. Δέος, ρίγος έκπληξης, μια διάχυτη αμηχανία, κάτι σαν ένας ιερός φόβος μπρος σε έναν λόγο χρησμώδη και μια παθητική συστολή μπρος σε μια δύναμη ανώτερη, που το καθηλώνει, επί 75 περίπου λεπτά. Καθ’ όλη την παράσταση, μόνο δυο τρία γελάκια ήχησαν από την πλευρά των θεατών. Γιατί το έργο μαστιγώνει. Ένας ποιητικός χείμαρρος έρχεται να σαρώσει τον χώρο, βγαίνοντας μέσα από τα πλεμόνια της σπουδαίας αυτής ηθοποιού. Οι φλέβες της γίνονται ανάγλυφες, τα νεύρα της πάλλονται, όλο το σώμα της δονείται, κινείται σαν πιεσμένο ύδωρ πάνω στη σκηνή, πέφτει κάτω, κυλιέται, φωνάζει, ξυπνά συνειδήσεις ναρκωμένες, τα μάτια του κοινού δεν προλαβαίνουν να αντιληφθούν τα καθέκαστα με τις γοργές εναλλαγές και μεταβάσεις από θέμα σε θέμα, να συνδέσουν τα αποσπάσματα του λόγου μεταξύ τους, καθώς πυροβολούνται αδιαλείπτως και δοκιμάζεται η εγρήγορσή τους. Η ηθοποιός είναι αναγκαίο να αυξήσει τις στροφές της από λεπτό σε λεπτό, για να πετύχει τον ύψιστο μαγνητισμό, σε μια τόσο δύσκολη απόπειρα δραματοποίησης του ποιητικού λόγου. Παίζει με όλο το σώμα, και στιγμές στιγμές νομίζεις ότι είναι η μετεμψύχωση ενός λησμονημένου κόσμου.

Είναι προφανές ότι ο θεατής τόσο πιο πολλά καταλαβαίνει, όσο πιο πολύ προετοιμασμένος προσέρχεται. (Η ομολογημένη άγνοιά μου, για να μιλήσω και λίγο για τον εαυτό μου, καλλιεργεί και μια παιδιάστικη αφέλεια, σε αυτές τις γραμμές. Συγχωρήστε την. Λέγω ό,τι βλέπω, χωρίς γνωστικό υπόβαθρο.) Κι είναι οι ιδεολογικές επιδράσεις του δέκτη, η ιδεολογική – πολιτική ταυτότητά του, ένας βοηθητικός της κατανόησης παράγοντας; Προφανώς, ναι. Όσο πιο πολλά κανείς γνωρίζει για την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη μοίρα του ποιητή, τόσο πιο γρήγορα μπορεί να »αλέσει» μέσα του τα ποιητικά καρφιά της παράστασης, που τον χτυπούν σε νου και καρδιά.
Ιδού ένα ποιητικό απόσπασμα, μπρος στο οποίο νιώθω παραδομένος:

Ξελασπώστε το μέλλον (από το φωτοτυπημένο φυλλάδιο που βρέθηκε στα χέρια του »βαλσαμωμένου» κοινού, πάνω στην κερκίδα)

…Εκείνος που υποτάχτηκε στην πίεση της φαμίλιας, / κοιμάται μες στη μακαριότητα ρόδων φτιαγμένων με χαρτί – / αυτός δεν έφτασε το μπόι / της δυνατής ζωής, εκείνης που θα ‘ρθεί. / Σαν τη φλοκάτη, και τον χρόνο επίσης, / ο σκόρος της καθημερινότητας τον κατατρώει στιγμή – στιγμή. / Το σκονισμένο ρούχο των ημερών μας για να αερίσεις, / ε, κομσομόλε, τίναξέ το εσύ.

Υ.Γ.: Πώς στέκομαι εγώ απέναντι σε αυτό το ποιητικό σύμπαν: νιώθω πολύ προστατευμένος, αρκετά βολεμένος και μυγιάγγιχτος, για να μπορώ φανταστικά να βάλω τον εαυτό μου στη θέση ενός Ρώσου του 1920, που θα έθρεφε μέσα του κάποιαν επαναστατική ορμή. Και αν η παράσταση αυτή είναι κάτι σαν μια μοναχική επανάσταση, ε, ναι, τότε από την αρχή της παραδίδομαι, και σηκώνω λευκό πανί. Είμαι πολύ μικρός και άβουλος, εντελώς ακατάλληλος για να μιλήσω καν για επαναστατικές ρήξεις και σχισματικές καταστάσεις, πόσο μάλλον για να τις δοκιμάσω. Νιώθω ένα βρέφος που κοιμάται ακόμη μακαρίως στη θερμοκοιτίδα του. Αυτή είναι η αλήθεια του μέσα τοπίου μου. »Κοιτώντας» τον Μαγιακόφσκι, είμαι σαν ένας φιλήσυχος τουρίστας που αντικρίζει με τρόμο ένα τσουνάμι να τον ζυγώνει. Δεν ξέρω αν έχετε προβεί κι εσείς στις δικές σας ρήξεις και μικρές επαναστάσεις, κι αν όλα τα εγχειρήματά σας σας έχουν βγει θετικά. Το εύχομαι.

Π. Χριστοφιλίδης